15 Μαΐου 2009

The Sea still Sings

ξαπλωμένη στο κρεβάτι, προσπάθησε να διώξει μακριά τις θλιβερές αναμνήσεις των πρόσφατων γεγονότων. Η φωνή του Marc Almond της έλεγε περίεργες θαλασσινές ιστορίες για γοργόνες που έστελναν με το γλυκόπικρο τραγούδι τους προειδοποιητικά μηνύματα, τυλίγοντας την καρδιά της ακόμη περισσότερο με το μαύρο παλτό της θλίψης. Πόσο θα’θελε να είχε ακούσει τα μηνύματα τότε, πριν συμβούν όλα. Πόσο θα’θελε να γυρίσει τον χρόνο πίσω και να ξυπνήσει σαν από ένα κακό όνειρο, φευγάτο. Πόσο θα’θελε να επιστρέψει και πάλι στη γαλήνη της θάλασσάς της. Τα συναισθήματα άρχισαν και πάλι να φουσκώνουν επικίνδυνα μέσα της, διαλύοντας κάθε άμυνα. Οι σκέψεις της πνίγηκαν σε μικρές κλωστίτσες δακρύων που ενώθηκαν σε έναν ορμητικό χείμαρρο αναφιλητών, έτοιμου να την καταπιεί. Αφέθηκε ανήμπορη στο κλάμα, ώσπου ένιωσε τα βλέφαρά της να βαραίνουν και την αναπνοή της να εναρμονίζεται με τον ήχο της βελόνας του πικάπ, που μοιάζοντας να έχει βρει σε σκόπελο, τραγουδούσε ρυθμικά, νανουρίζοντάς της…the sea still sings…the sea still sings…

ο ήχος των κυμάτων ανακατεμένος με τα τραγούδια των ανθρώπων που κατοικούν στη θάλασσα, την ξύπνησαν απαλά. Είχε κάτι μελαγχολικό ο τρόπος που τραγουδούσαν , αλλά και συνάμα μαγικό, που ήταν αδύνατο να του αντισταθεί. Ήταν σαν να είχαν τρυπώσει ξαφνικά με τα τραγούδια τους μέσα της και αγγίζοντας απαλά, σαν χάδι την ψυχή της, την οδηγούσαν στοργικά, με αθόρυβα, νερένια βήματα εκεί όπου επιθυμούσε… «Έλα μαζί μας στη θάλασσα και πραγματοποίησε όλα όσα δεν πίστευες ποτέ πως μπορούν να συμβούν.» Έκλεισε τα μάτια, άνοιξε την καρδιά της και αφέθηκε σαν μωρό που ξαναγεννιέται να ακολουθεί τα βήματά τους στην περίεργη ακτή, παραδομένη σ’ αυτή την υγρή μελαγχολία. Μπροστά της ξεδιπλωνόταν ένας φανταστικός κόσμος με τα χρώματα της πιο όμορφης γιορτής και με το κάθε τι να είναι εκεί σαν να ήθελε να σβήσει όλα τα γκρι του μυαλού της. Από τα αγέρωχα πλοία που διέσχιζαν τη θάλασσα, θυμίζοντάς της τους δικούς της δρόμους που έπρεπε να διαβεί και που μέχρι χθες έμοιαζαν να οδηγούν στο πουθενά, μέχρι την αλλόκοτη κοπέλα που καθόταν στην άκρη του βράχου τραγουδώντας για τους ωκεανούς και τα πλάσματα τις θάλασσας που κατάφερναν να πάρουν τα δάκρυά τους και να τα κάνουν γιορτή. Έκλαιγε σαν να βυθιζόταν στον ωκεανό μαζί τους, για να αναδυθεί μεταμορφωμένη σε χαρά και να καθίσει γαλήνια και πάλι στον βράχο της. Από τον μοναχικό φάρο που έστεκε αγέρωχος, κόντρα στις καταιγίδες και συνομιλούσε με τα κύματα, μέχρι τον μυστηριώδη, σκυθρωπό μελαχρινό που περπατούσε στην ακτή μονολογώντας για μια κοπέλα που πνίγηκε και φωνάζοντας υπνωτισμένα το όνομά της, όλα είχαν αποκτήσει πλέον άλλη σημασία. Θυμήθηκε την δύναμη που της έδιναν τα μάτια του και τον πόνο που προκάλεσε το αντίο του, σαν να γέμισαν ξαφνικά τα πνευμόνια της θαλασσινό νερό. Σαν μια τεράστια εσωτερική έκρηξη να σκόρπισε την καρδιά της στον ουρανό σε ένα φαντασμαγορικό κόκκινο πυροτέχνημα. Σαν τεράστια κύματα να πάγωσαν κάθε συναίσθημα και να την φυλάκισαν σε έναν μυστικό τόπο. Θυμήθηκε το βράδυ που δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα, βυθισμένη στη δίνη των δακρύων της. Άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στο ασημί χρώμα της θάλασσας και ένιωσε να χάνεται στη γαλήνη της. Έγινε ο κυβερνήτης της δικής της πορείας και για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε ελεύθερη. Αυτή ήταν η ομορφιά της θάλασσας και της ζωής της…

ξαφνικά, ένα χέρι την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις και την τράβηξε μαζί του σε ένα δωμάτιο που έμοιαζε να είχε εμφανιστεί εκεί από το πουθενά. Τρομαγμένη, προσπάθησε να προσαρμόσει τα μάτια της στο ανύπαρκτο φως. Μια φωνή πίσω της την καθησύχασε λέγοντάς της πως στο δωμάτιο αυτό θα έβρισκε τις απαντήσεις που πάντα έψαχνε. Και τότε, ο χώρος φωτίστηκε από μια περίεργη ασημένια λάμψη, αποκαλύπτοντάς της ένα αλλόκοτο θέαμα. Δεκάδες βαζάκια, τοποθετημένα πάνω σε ράφια με τελετουργικό τρόπο, λαμπύριζαν, αποκαλύπτοντας το περιεχόμενό τους. Μικροσκοπικούς ιππόκαμπους, που έμοιαζαν να κολυμπούν αδιάφοροι, με μόνη έγνοια να κρατήσουν καλά κρυμμένο το μυστικό που κουβαλούσαν χρόνια. Μικρές, σχεδόν αόρατες ταμπελίτσες όμως στη βάση του καθενός, μαρτυρούσαν αυτό που πασχιζαν να κρύψουν. Κάθε βαζάκι ήταν κι ένα τραγούδι. Και δίπλα του υπήρχε το όνομα του ιππόκαμπου. Θλίψη. Αγάπη. Ευτυχία. Μοναξιά. Κάθε βαζάκι ήταν και μια ανάμνηση, ερμητικά κλεισμένη στα κουτάκια του εγκεφάλου της. Ένα κομμάτι του εαυτού της που…

ένα τρυφερό άγγιγμα την έκανε να πεταχτεί απότομα, βγάζοντάς της από τον βαθύ ύπνο. Ήταν αυτός δίπλα της. Πήρε απαλά το χέρι της στο δικό του, δίνοντάς της την υπόσχεση πως δεν θα άφηνε ποτέ ξανά τα δάκρυά της να κυλήσουν…

μια μικρή ιστορία βασισμένη στο
Watermark,

 

inside a deer Copyright © 2009 Black Nero is Designed by Ipietoon Sponsored by Online Business Journal